δυστυχισμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται λύπη, στενοχώρια ή ψυχική οδύνη, είτε ως παροδική συναισθηματική κατάσταση.
2. Που βρίσκεται σε γενική ή μακροχρόνια κατάσταση έλλειψης ικανοποίησης, ευχαρίστησης ή χαράς στη ζωή του.
Συνώνυμα
δυστυχής λυπημένος θλιμμένος στενοχωρημένος μίζερος άθλιος καταθλιπτικός απελπισμένος απογοητευμένος καημένος κατατρεγμένος τεθλιμμένος απαρηγόρητος αποκαρδιωμένος περίλυπος ταλαίπωρος μελαγχολικός κακομοίρης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τον χωρισμό, ο Γιώργος ένιωθε δυστυχισμένος και απομονώθηκε.
- Η δυστυχισμένη γυναίκα έτρεχε με αγωνία προς το νοσοκομείο.
- Ο δυστυχισμένος ήρωας της νουβέλας παλεύει με την αποτυχία και τη μοναξιά.
- Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι του χωριού φοβούνταν τις συνέπειες της πλημμύρας.
- Τον αποκαλούσαν «ο δυστυχισμένος» επειδή πάντα έβλεπε τα πράγματα με απαισιοδοξία.