δυσπιστία

ουσιαστικό

1. Αίσθημα ή κατάσταση αμφιβολίας και επιφυλακτικότητας απέναντι σε πρόσωπα, πληροφορίες ή καταστάσεις, που εκδηλώνεται ως δυσκολία αποδοχής της αξιοπιστίας ή των προθέσεών τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπουργός αντιμετώπισε την δυσπιστία των πολιτών μετά το σκάνδαλο.
  • Η δυσπιστία του κοινού προς τα μέσα ενημέρωσης αυξάνεται.
  • Ακούγοντας την εξήγησή του, εξέφρασε δυσπιστία.
  • Η δυσπιστία μεταξύ των συνεργατών περιόρισε την παραγωγικότητα.
  • Παρά την δυσπιστία, αποφάσισαν να δοκιμάσουν το νέο φάρμακο.
  • Τον κοιτούσε με δυσπιστία, μη μπορώντας να πιστέψει τα λόγια του.