δραματικά
επίρρημα1. Με τρόπο που προκαλεί ή εκφράζει έντονη συγκίνηση, αγωνία ή θεατρική ένταση.
2. Με τρόπο απότομο ή καθοριστικό, που επιφέρει μεγάλη αλλαγή ή διαφορά στην κατάσταση ή στο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
θεαματικά ραγδαία δραστικά σημαντικά αισθητά έντονα κατακόρυφα αξιοσημείωτα ουσιαστικά απότομα συγκλονιστικά εκθετικά εντυπωσιακά εκρηκτικά θεατρικά τρομερά άκρως ηχηρά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι τιμές αυξήθηκαν δραματικά μέσα σε λίγες εβδομάδες.
- Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε δραματικά.
- Στο θέατρο, ο ηθοποιός απέδωσε το ρόλο δραματικά.
- Οι πωλήσεις μειώθηκαν δραματικά μετά την οικονομική κρίση.
- Η διαφορά ήταν δραματικά εμφανής σε κάθε σύγκριση.