δοξασία

ουσιαστικό

1. Περιεχόμενο σκέψης ή θεώρησης που θεωρείται αληθές από άτομο ή ομάδα χωρίς πλήρη τεκμηρίωση, στηριζόμενο σε υποθέσεις, παραδόσεις ή ανεπιβεβαίωτα δεδομένα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω τη δοξασία ότι θα έρθει νωρίτερα.
  • Η θρησκευτική δοξασία επηρέασε τις ηθικές επιλογές της κοινότητας.
  • Στην επιστημονική συζήτηση, η κοινή δοξασία αμφισβητήθηκε από νέα δεδομένα.
  • Η δοξασία ότι τα παιδιά δεν κάνουν λάθη είναι λανθασμένη.
  • Στην αρχαία φιλοσοφία, η δοξασία συχνά διακρινόταν από την αλήθεια.