δικαιολογώ
ρήμα1. Παρέχω λόγους, επιχειρήματα ή εξηγήσεις ώστε να παρουσιαστεί μια πράξη, απόφαση ή θέση ως ορθή, βάσιμη ή αποδεκτή.
2. Δίνω εξηγήσεις ή επικαλούμαι περιστάσεις για να απαλλάξω ή να μειώσω την ευθύνη, την κριτική ή τις συνέπειες μιας συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
αιτιολογώ τεκμηριώνω εξηγώ υπερασπίζομαι υποστηρίζω αθωώνω συγχωρώ δικαιώνω προφασίζω επιχειρηματολογώ νομιμοποιώ καλύπτω κουκουλώνω συντρέχω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά δικαιολογώ τα λάθη της γιατί ξέρω ότι είναι κουρασμένη.
- Δεν δικαιολογώ την απόφασή του· μου φαίνεται απαράδεκτη.
- Την αργοπορία μου την δικαιολογώ με ιατρική βεβαίωση.
- Δεν δικαιολογώ κάθε συμπεριφορά, ακόμη κι αν προέρχεται από φίλους.
- Προσπαθώ να δικαιολογώ τις επιλογές μου όταν τις συζητώ με τον εργοδότη.