διεύρυνση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του διευρύνω· αύξηση του πλάτους ή της διατομής ενός αντικειμένου ή χώρου.
2. Αύξηση της έκτασης, της εμβέλειας ή του φάσματος ενός τομέα, μιας δραστηριότητας ή ιδέας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
στένωση στένεμα σμίκρυνση συρρίκνωση μείωση περιορισμός ελάττωση ανάσχεση αναχαίτιση συστολή ψαλίδισμα συμπίεση σύσφιξη περικοπή όριο καταστολή
Παραδείγματα χρήσης
- Η διεύρυνση του δρόμου βελτίωσε την κυκλοφορία.
- Η διεύρυνση των οριζόντων του ήταν εμφανής μετά τα ταξίδια.
- Η διεύρυνση της κόρης κατά την εξέταση υποδεικνύει νευρολογικό πρόβλημα.
- Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζητήθηκε στη σύνοδο κορυφής.
- Η διεύρυνση του πελατολογίου βοήθησε την εταιρεία να αυξήσει τα έσοδά της.