διαπόμπευση
ουσιαστικόΠράξη ή διαδικασία δημόσιας έκθεσης και εξευτελισμού προσώπου ή ομάδας, με σκοπό τον δημόσιο στιγματισμό και την κοινωνική απομόνωση.
Συνώνυμα
διασυρμός εξευτελισμός γελοιοποίηση ξεφτίλισμα απαξίωση ταπείνωση χλευασμός λιντσάρισμα ντροπή ατιμία στοχοποίηση κατακρεούργηση κρεμάλα μαστιγώμα τραμπουκισμός παραδειγματισμός στίγμα τιμωρία παρενόχληση ξεσκέπασμα διώξιμο κατακραυγή κράξιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαπόμπευση των παραβατών στην κεντρική πλατεία ήταν συνηθισμένη πρακτική σε παλαιότερες εποχές.
- Η διαπόμπευση στο διαδίκτυο μπορεί να διαλύσει την προσωπική και την επαγγελματική ζωή ενός ανθρώπου.
- Ο δημοσιογράφος κατηγορήθηκε για διαπόμπευση επειδή δημοσίευσε ευαίσθητα προσωπικά στοιχεία χωρίς άδεια.
- Η εταιρεία χρησιμοποίησε την απειλή της διαπόμπευσης για να αποτρέψει διαρροές πληροφοριών.
- Οι πολιτικοί καταδίκασαν τη διαπόμπευση ως απαράδεκτο μέσο πολιτικής αντιπαράθεσης.