διακηρύσσω
ρήμα1. Δηλώνω δημόσια και επίσημα μια πρόθεση, άποψη, θέση ή γεγονός.
2. Κηρύσσω ή δημοσιοποιώ με επίσημο τρόπο αποφάσεις, κανόνες ή πολιτικές αρχές.
3. Εκφράζω με έμφαση και δημόσιο τόνο δέσμευση, πεποίθηση ή πρόθεσή για δράση.
Συνώνυμα
ανακοινώνω κηρύσσω εξαγγέλλω ανακηρύσσω δηλώνω δημοσιοποιώ δημοσιεύω προκηρύσσω διαλαλώ εκφωνώ ομιλώ λέω απαγγέλλω διατυμπανίζω διατυπώνω ισχυρίζομαι εκφράζω λέγω προβάλλω μιλώ βροντοφωνάζω προαναγγέλλω τοποθετούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην τελετή της πλατείας, διακηρύσσω την ανεξαρτησία της κοινότητάς μας.
- Μέσω αυτού του μανιφέστου, διακηρύσσω τις αξίες και τις αρχές που πρεσβεύουμε.
- Με την παρούσα ανακοίνωση, διακηρύσσω διαγωνισμό για την ανάθεση του δημόσιου έργου.
- Με αυτή την απόφαση, διακηρύσσω κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην περιοχή.
- Σε κάθε ομιλία μου, διακηρύσσω ότι η ελευθερία και η δικαιοσύνη είναι αδιαπραγμάτευτες.