διαβεβαιώνω
ρήμα1. Εκφράζω με σαφήνεια και σιγουριά σε κάποιον ότι μια πληροφορία, γεγονός ή υπόσχεση είναι αληθινή ή θα εκπληρωθεί, με σκοπό την άρση αμφιβολιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σας διαβεβαιώνω ότι όλα τα στοιχεία που δόθηκαν είναι αληθή.
- Σου διαβεβαιώνω πως καταλαβαίνω την ανησυχία σου και θα σε στηρίξω.
- Τους διαβεβαιώνω ότι θα ολοκληρώσω το έργο μέσα στην προθεσμία.
- Ενώπιον του δικαστηρίου διαβεβαιώνω ότι όσα ανέφερα είναι αληθινά.
- Σας διαβεβαιώνω ότι η εγγύηση καλύπτει τυχόν ελαττώματα για ένα έτος.