δεσμός

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή σχέση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα, αντικείμενα ή ιδέες συγκρατούνται, συνδέονται ή εξαρτώνται μεταξύ τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δεσμός μεταξύ μητέρας και παιδιού είναι αδιάσπαστος.
  • Ο χημικός δεσμός μεταξύ των ατόμων καθορίζει τις ιδιότητες της ένωσης.
  • Οι αδελφοί έχουν έναν ισχυρό δεσμό αίματος.
  • Ο δεσμός συμμαχίας ανάμεσα στις δύο χώρες ενισχύθηκε μετά τη συμφωνία.
  • Έσπασαν τον δεσμό που τους κρατούσε μακριά.