δειλότητα

ουσιαστικό

1. Συμπεριφορά ή χαρακτηριστικό που εκδηλώνεται με απροθυμία ή αδράνεια όταν απαιτείται αντιμετώπιση επικίνδυνων, δύσκολων ή απαιτητικών καταστάσεων, οδηγώντας σε αποφυγή, αναβολή δράσης ή απομάκρυνση από ευθύνες.

Συνώνυμα

δειλία δειλοσύνη λιποψυχία ατολμία φοβισιά δειλιαριά διστακτικότητα δισταγμός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δειλότητα του στρατιώτη τον εμπόδισε να υπερασπιστεί τους τραυματίες.
  • Οι πολίτες καταδίκασαν τη δειλότητα των ηγετών που αρνούνταν να λάβουν δύσκολες αποφάσεις.
  • Στην κρίσιμη στιγμή η δειλότητα του τον εμπόδισε να μιλήσει.
  • Η δειλότητα της κοινωνίας απέναντι στην αδικία είχε βαρύ αντίκτυπο.
  • Στον ποιητικό της λόγο, η δειλότητα παρουσιάζεται σαν αόρατο φίμωτρο που σβήνει φωνές.