δήμος
ουσιαστικό1. Τοπική διοικητική ενότητα με αυτοδιοίκηση, αρμόδια για τη διοίκηση της κοινότητας και την παροχή δημοτικών υπηρεσιών εντός καθορισμένων γεωγραφικών ορίων.
2. Το σύνολο των κατοίκων μιας πόλης ή περιοχής ως κοινωνική και πολιτική κοινότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δήμος αποφάσισε να ανακαινίσει το δημοτικό σχολείο.
- Το έργο χρηματοδοτήθηκε από τον δήμο.
- Στην αρχαία Αθήνα ο δήμος συμμετείχε ενεργά στη λήψη αποφάσεων.
- Ο δήμος ψήφισε υπέρ του νέου σχεδίου ανάπτυξης.
- Ένας μεγάλος δήμος συγκεντρώθηκε στην πλατεία μετά την πορεία.