δέκτης
ουσιαστικό1. Συσκευή ή τμήμα συσκευής που λαμβάνει ηλεκτρικά, ηλεκτρομαγνητικά ή ηχητικά σήματα και τα μετατρέπει σε κατάλληλη μορφή για επεξεργασία ή χρήση.
2. Άτομο, οργανισμός ή φορέας που δέχεται κάτι, όπως αντικείμενο, πληροφορία, μήνυμα ή παροχή.
Συνώνυμα
αποδέκτης παραλήπτης λήπτης υποδοχέας ραδιοδέκτης δικαιούχος προορισμός ραδιόφωνο τηλεόραση ωφελούμενος αισθητήρας συλλέκτης ράδιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δέκτης της τηλεόρασης δεν παίρνει καλά το σήμα.
- Ο δέκτης των παραπόνων ήταν υπερφορτωμένος μετά τις διακοπές ρεύματος.
- Τα κύτταρα έχουν ειδικούς δέκτες για τις ορμόνες στο επιφανειακό τους μεμβράνη.
- Ο δέκτης του μηνύματος δεν απάντησε ακόμα.
- Ο δέκτης στον ηλιακό συλλέκτη απορροφά την ηλιακή ενέργεια και τη μετατρέπει σε θερμότητα.