γλέντι
ουσιαστικό1. Χαρούμενη συγκέντρωση ανθρώπων με μουσική, χορό, φαγητό και ποτό, που γίνεται για εορτασμό ή κοινωνική διασκέδαση.
2. Μεταφορικά, έντονη και παρατεταμένη διάθεση για διασκέδαση ή πανηγυρισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οικογένεια ετοίμασε ένα μεγάλο γλέντι για τα γενέθλια της γιαγιάς.
- Μετά τη νίκη της ομάδας, οι οπαδοί γιόρτασαν και το γλέντι κράτησε ώρες.
- Οι φίλοι έκαναν γλέντι στο μπαλκόνι μέχρι το πρωί, με μουσική και χορό.
- Το αποχαιρετιστήριο γλέντι του σχολείου ήταν γεμάτο τραγούδια και συγκίνηση.
- Για κάποιους το Σαββατοκύριακο ήταν απλώς διασκέδαση, για άλλους όμως το γλέντι σήμαινε ξεφάντωμα χωρίς μέτρο.