γκόμενα
ουσιαστικό1. Γυναίκα με την οποία κάποιος διατηρεί ερωτική ή συναισθηματική σχέση, συνήθως σε ανεπίσημο ή καθημερινό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Πέτρος έφερε την γκόμενα του στο δείπνο με τους γονείς.
- Τη γνώρισε σε μια έξοδο και τώρα την αποκαλεί γκόμενα.
- Δεν ψάχνω απλώς μια γκόμενα, θέλω σοβαρή σχέση.
- Μην λες τέτοια μπροστά στην γκόμενα σου.
- Τον είδαμε να φλερτάρει με μια γκόμενα στο μπαρ.