γέλιο
ουσιαστικό1. Ηχητική έκφραση που προκύπτει από τη σύσπαση του προσώπου και την εκπνοή, συνήθως ως αντίδραση σε χιούμορ, ευθυμία ή έκπληξη.
2. Συναισθηματική αντίδραση που εκδηλώνει ευχαρίστηση, ανάταση ή ανακούφιση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γέλιο της γέμιζε όλο το δωμάτιο.
- Το γέλιο του ήταν μεταδοτικό και έκανε τους γύρω να χαμογελούν.
- Ακούστηκε ένα νευρικό γέλιο στο τέλος της συνομιλίας.
- Η σκηνή προκάλεσε γνήσιο γέλιο από το κοινό.
- Το ειρωνικό γέλιο των παρευρισκόμενων τον πλήγωσε.