βρίζω
ρήμα1. Απευθύνομαι σε κάποιον με προσβλητικές, χυδαίες ή υβριστικές εκφράσεις με σκοπό να τον προσβάλλω, να τον ταπεινώσω ή να εκφράσω έντονη αγανάκτηση.
2. Εκφωνώ ή γράφω λέξεις ή φράσεις άσεμνες ή βωμολοχικές, συνήθως από θυμό, ένταση ή περιφρόνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην βρίζω τους άλλους όταν θυμώνω.
- Ο πατέρας μου με έμαθε να μην βρίζω ποτέ στο σπίτι.
- Στην πρόβα άρχισε να βρίζω τον διαιτητή από τα νεύρα του.
- Δεν είναι σωστό να βρίζω δημόσια, ακόμα κι αν διαφωνώ.
- Κάθε φορά που τσακώνεται, βρίζω και μετά το μετανιώνει.