βδελυγμία
ουσιαστικό1. Έντονο, βαθύ αίσθημα απέχθειας και αηδίας προς πρόσωπο, πράξη ή κατάσταση.
2. Αυτό που προκαλεί τέτοιο αίσθημα, αντικείμενο μεγάλης αποστροφής και καταφρόνησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βδελυγμία που ένιωσα μπροστά στη σήψη ήταν ακατανίκητη.
- Η κοινότητα χαρακτήρισε την πράξη ως βδελυγμία.
- Στα ιερά κείμενα η ειδωλολατρία περιγράφεται συχνά ως βδελυγμία.
- Η διαφθορά στο δημόσιο θεωρείται βδελυγμία από πολλούς πολίτες.
- Το θέαμα προκάλεσε βδελυγμία και όλοι απομακρύνθηκαν.