βίαια
επίρρημα1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από χρήση ή απειλή σωματικής ή άλλης βίας ή από σφοδρότητα στην αντιμετώπιση προσώπων ή πραγμάτων.
2. Με έντονο, απότομο ή καταστροφικό τρόπο, χωρίς απαραίτητα την παρουσία φυσικής βίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ήπια απαλά ήρεμα ειρηνικά ησύχως αβίαστα προσεκτικά μετρημένα επιεικώς ευγενικά ανεκτικά ήσυχα ελαφρά βαθμιαία προοδευτικά μαλακά χαλαρά ανεπαίσθητα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κύμα χτύπησε βίαια την ακτή.
- Μια βίαια συμπεριφορά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
- Τα βίαια μέτρα προκάλεσαν αντιδράσεις.
- Η ανακοίνωση τον συγκλόνισε βίαια.
- Το αυτοκίνητο φρέναρε και σταμάτησε βίαια.