βίαια

επίρρημα

1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από χρήση ή απειλή σωματικής ή άλλης βίας ή από σφοδρότητα στην αντιμετώπιση προσώπων ή πραγμάτων.

2. Με έντονο, απότομο ή καταστροφικό τρόπο, χωρίς απαραίτητα την παρουσία φυσικής βίας.

Συνώνυμα

βιαίως σφοδρά άγρια βάρβαρα βαναυσικά ανηλεώς απάνθρωπα ωμά σκληρά επιθετικά αμείλικτα αδίστακτα απότομα ζόρικα έντονα ακραία συντριπτικά εκρηκτικά τρομερά δυνατά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κύμα χτύπησε βίαια την ακτή.
  • Μια βίαια συμπεριφορά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
  • Τα βίαια μέτρα προκάλεσαν αντιδράσεις.
  • Η ανακοίνωση τον συγκλόνισε βίαια.
  • Το αυτοκίνητο φρέναρε και σταμάτησε βίαια.