αφομοίωση
ουσιαστικό1. Διαδικασία κατά την οποία οργανισμός ή κύτταρο προσλαμβάνει, μεταβολίζει και ενσωματώνει θρεπτικές ουσίες για την παραγωγή ενέργειας και την ανάπτυξη.
Συνώνυμα
απορρόφηση ενσωμάτωση ένταξη υιοθέτηση εσωτερίκευση εξοικείωση εκμάθηση κατάκτηση προσαρμογή εμπέδωση μάθηση συγχώνευση μείξη επεξεργασία κατανόηση
Αντώνυμα
απόρριψη αποξένωση απομόνωση αποβολή απέκκριση αποκλεισμός διαφοροποίηση διατήρηση αντίσταση λήθη διαχωρισμός απομάκρυνση ξεχωρισμός εμετός απώθηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αφομοίωση των νέων πληροφοριών χρειάζεται χρόνο και επανάληψη.
- Η γρήγορη αφομοίωση του φαγητού βοηθά την ενέργεια του σώματος.
- Η αφομοίωση των μεταναστών στην τοπική κοινωνία είναι μια σύνθετη διαδικασία.
- Στο μάθημα της γλώσσας δώσαμε έμφαση στην αφομοίωση των φθόγγων.
- Η αφομοίωση του νέου συστήματος από τους εργαζομένους πήγε καλύτερα από το αναμενόμενο.