αυθορμησία
ουσιαστικό1. Άμεση, ανεπιτήδευτη εκδήλωση συναισθήματος, σκέψης ή συμπεριφοράς χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό ή στοχασμό.
2. Η τάση ή ικανότητα ενός ατόμου να ενεργεί ή να εκφράζεται χωρίς προετοιμασία, με βάση την παρούσα επιθυμία ή το ένστικτο.
Συνώνυμα
αυθορμητισμός παρορμητικότητα παρορμητισμός αυθόρμηση απρομελετησία αυτοσχεδιασμός φυσικότητα ένστικτο αμεσότητα αυθεντικότητα ειλικρίνεια παρρησία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυθορμησία της την ώθησε να μιλήσει χωρίς σκέψη.
- Με λίγη αυθορμησία, οι συνομιλίες γίνονται πιο ζωντανές.
- Το έργο αποπνέει αυθορμησία, χωρίς να φαίνεται υπερβολικά μελετημένο.
- Η αυθορμησία σε στιγμές χαράς εκδηλώνεται με χειρονομίες και γέλιο.
- Ζήτησε από τους ηθοποιούς να δείξουν περισσότερη αυθορμησία στη σκηνή.
- Του αρέσει να ζει με αυθορμησία, χωρίς πολλά σχέδια για το μέλλον.