ατυχής
επίθετοΠου στερείται τύχης ή συνοδεύεται από δυσμενή γεγονότα, αποτέλεσμα ή περίσταση.
Συνώνυμα
άτυχος κακότυχος άστοχος αποτυχημένος ανεπιτυχής δυστυχής γρουσούζικος κακοτυχισμένος χαμένος άμοιρος ατελέσφορος δυσμενής καταδικασμένος ακατάλληλος απρόσφορος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ατυχής ψαράς έχασε το δίχτυ στη θύελλα.
- Η ατυχής επιλογή του έργου κόστισε σε όλους.
- Το ατυχές γεγονός ανέτρεψε το πρόγραμμα.
- Έκανε ένα ατυχές σχόλιο που πλήγωσε τους συναδέλφους.
- Οι ατυχείς συγκυρίες τον ανάγκασαν να ακυρώσει το ταξίδι.