ασυνάρτητος
άλλοΠου δεν έχει συνοχή, λογική συνέχεια ή σαφή σχέση ανάμεσα στα μέρη του.
Συνώνυμα
ασύνδετος σπασμωδικός σπασματικός ασύντακτος μπερδεμένος ανοργάνωτος ακατάληπτος ανακόλουθος παραληρηματικός ζαλισμένος συγκεχυμένος ανορθόλογος ακατάστατος δυσνόητος συγχυσμένος χαοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λόγος του ήταν ασυνάρτητος και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι ήθελε να πει.
- Μετά την κούραση και το ξενύχτι, έλεγε ασυνάρτητα πράγματα.
- Το κείμενο είναι εντελώς ασυνάρτητο και χρειάζεται αναθεώρηση.
- Η απάντησή της φάνηκε ασυνάρτητη στους περισσότερους ακροατές.