ασυμβίβαστος
επίθετο1. Που δεν αποδέχεται συμβιβασμούς ή υποχωρήσεις στις απόψεις, τις αρχές ή τις απαιτήσεις, επιδεικνύοντας σταθερότητα και αδιαλλαξία.
Συνώνυμα
αδιάλλακτος ανυποχώρητος ανένδοτος άτεγκτος ασύμβατος αμετακίνητος αταλάντευτος αμετάπειστος άκαμπτος ανελαστικός σκληροπυρηνικός αδιαπραγμάτευτος ανατρεπτικός αμείλικτος σκληρός αντισυμβατικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασυμβίβαστος δημοσιογράφος αρνήθηκε να προσαρμοστεί στις πιέσεις.
- Η ασυμβίβαστη στάση της απέναντι στη διαπλοκή κέρδισε την εκτίμηση του κοινού.
- Το δημόσιο αξίωμα θεωρήθηκε ασυμβίβαστο με την ιδιωτική του απασχόληση.
- Οι ασυμβίβαστοι ακτιβιστές δεν αποδέχτηκαν τις μισές λύσεις.
- Έχει έναν ασυμβίβαστο χαρακτήρα και δεν κάνει εκπτώσεις στις αρχές του.