απροσδιόριστος
επίθετο1. Που δεν έχει σαφώς καθορισμένα όρια, μορφή ή χαρακτηριστικά.
2. Που δεν έχει προσδιοριστεί ή δηλωθεί με ακρίβεια ως προς ποσότητα, ταυτότητα, χρόνο ή σκοπό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ορισμένος καθορισμένος συγκεκριμένος σαφής προσδιορισμένος προσδιορίσιμος ξεκάθαρος προδιαγεγραμμένος προορισμένος γνωστός βέβαιος διακριβωμένος μετρήσιμος επιβεβαιωμένος οριοθετημένος σαφέστατος διακριτός ευδιάκριτος δεδομένος επακριβής οφθαλμοφανής φανερός επαληθευμένος επώνυμος προκαθορισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χρόνος άφιξής του είναι απροσδιόριστος.
- Η περιγραφή του φαινομένου παρέμεινε απροσδιόριστη.
- Τα συναισθήματά της ήταν απροσδιόριστα, ούτε χαρά ούτε λύπη.
- Ο αριθμός των συμμετεχόντων παραμένει απροσδιόριστος.
- Η προέλευση των δεδομένων είναι απροσδιόριστη.