απροετοίμαστος
επίθετο1. Που δεν έχει προετοιμαστεί ή δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για μια ενέργεια, εκδήλωση ή κατάσταση.
Συνώνυμα
ανέτοιμος αδιάβαστος απρογραμμάτιστος εκτεθειμένος αμήχανος άπειρος πρόχειρος έκπληκτος ακατάρτιστος ελλιπής αβέβαιος ανυποψίαστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήρθες απροετοίμαστος στη συνάντηση και δεν είχες τα έγγραφα.
- Η κυβέρνηση βρέθηκε απροετοίμαστη απέναντι στην ξαφνική κρίση.
- Μας έπιασε απροετοίμαστους η καταιγίδα ενώ ήμασταν στο βουνό.
- Το προσωπικό ήταν απροετοίμαστο για την αναβάθμιση του συστήματος.
- Οι μαθητές έμειναν απροετοίμαστοι για το τεστ επειδή άλλαξαν το ύφος των ερωτήσεων.