αποσπασματικός
επίθετο1. Που αποτελείται από μεμονωμένα αποσπάσματα ή τμήματα και δεν είναι πλήρες ή συνεχές.
2. Που παρουσιάζει έλλειψη συνοχής ή συνέχειας, με στοιχεία που δεν εντάσσονται ομαλά σε ενιαίο σύνολο.
Συνώνυμα
θραυσματικός τμηματικός μερικός ατελής ελλειπής διακεκομμένος επιμέρους ασυνεπής ασύνδετος σποραδικός σπασμωδικός σκορπισμένος κομματιασμένος τεμαχισμένος κουτσουρεμένος επιλεκτικός περιορισμένος ελλιπής μεμονωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποσπασματική ενημέρωση δεν μας επέτρεψε να καταλάβουμε όλη την υπόθεση.
- Ο έλεγχος ήταν αποσπασματικός, γι' αυτό πολλά προβλήματα παρέμειναν ανοιχτά.
- Η ανάμνησή του από εκείνη τη βραδιά ήταν αποσπασματική και γεμάτη κενά.
- Η ομάδα έκανε αποσπασματικές προσπάθειες, αλλά δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το πρότζεκτ.
- Τα άρθρα του ήταν αποσπασματικά, χωρίς συνοχή στο επιχείρημα.