απορριπτέος
επίθετο1. Που μπορεί να απορριφθεί επειδή δεν πληροί προϋποθέσεις, προδιαγραφές ή απαιτήσεις, όπως αιτήσεις, προτάσεις, προϊόντα ή τεχνικές λύσεις.
2. Που προκαλεί άρνηση αποδοχής λόγω ακαταλληλότητας, ανεπαρκούς ποιότητας ή άλλων σοβαρών ελλείψεων.
Συνώνυμα
απορριπτός απαράδεκτος ακατάλληλος αδόκιμος ανεπίτρεπτος άκυρος απέρριπτος απρόσδεκτος ανεπιθύμητος ακυρωτέος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αίτηση του υποψηφίου κρίθηκε απορριπτέα διότι υπέβαλε ελλιπή δικαιολογητικά.
- Ο φάκελος ήταν απορριπτέος και επιστράφηκε χωρίς να εξεταστεί.
- Το δείγμα θεωρήθηκε απορριπτέο λόγω μόλυνσης κατά την ανάλυση.
- Οι προσφορές που κατατέθηκαν κρίθηκαν απορριπτέες επειδή δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές.
- Η συμπεριφορά του ήταν απορριπτέα και προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες.