απορία
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο δεν κατανοεί πλήρως κάτι ή δεν γνωρίζει τι να απαντήσει ή τι να πράξει, με αποτέλεσμα την ανάγκη για διευκρίνιση ή εξήγηση.
2. Έλλειψη χρηματικών ή υλικών μέσων που δυσχεραίνει την ικανοποίηση αναγκών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω πάντα μια απορία όταν διαβάζω αυτό το κεφάλαιο.
- Ο καθηγητής απάντησε στην απορία της μαθήτριας με υπομονή.
- Η εξήγησή του δεν με έπεισε και έμεινα με απορία.
- Η συμπεριφορά του προκάλεσε απορία στους συναδέλφους.
- Μετά την ανεργία, η οικογένεια βρέθηκε σε οικονομική απορία.