αποξενώνω

ρήμα

1. Προκαλώ χάσμα ή ψυχική απόσταση ανάμεσα σε πρόσωπα, κάνοντάς τα να νιώθουν απομονωμένα ή ξένα το ένα προς το άλλο.

2. Κάνω κάποιον να χάσει οικειότητα, ενδιαφέρον ή εμπιστοσύνη προς κάτι ή κάποιον, οδηγώντας τον σε αδιαφορία ή απομάκρυνση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συχνά αποξενώνω τη μητέρα μου με τη σιωπή μου.
  • Ως δημόσιος υπάλληλος, αποξενώνω πολλούς ψηφοφόρους όταν υποστηρίζω αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις.
  • Με το συμβόλαιο, αποξενώνω το ακίνητό μου υπέρ του γιου μου.
  • Με την απόφασή μου να ζήσω στο εξωτερικό, αποξενώνω τα παιδιά μου από τις ελληνικές παραδόσεις.
  • Προσπαθώ να μην αποξενώνω τους συναδέλφους μου με την αυστηρότητα στον τόνο μου.