απομακρυσμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση σε χώρο ή χρόνο από κάποιο σημείο αναφοράς.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη άμεσης ή στενής επαφής, επικοινωνίας ή σχέσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ζει σε ένα απομακρυσμένο χωριό στο βουνό.
- Τον τελευταίο καιρό είναι πολύ απομακρυσμένος με την οικογένειά του.
- Η εταιρεία προσφέρει απομακρυσμένη εργασία δύο ημέρες την εβδομάδα.
- Συνδέθηκα στον υπολογιστή μέσω απομακρυσμένης πρόσβασης.
- Είναι ένα απομακρυσμένο ενδεχόμενο, αλλά δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε.