αποθετήριο
ουσιαστικό1. Χώρος ή εγκατάσταση όπου συγκεντρώνονται και φυλάσσονται υλικά, προϊόντα ή αντικείμενα για μελλοντική χρήση ή διανομή.
2. Σύστημα ή ψηφιακή πλατφόρμα όπου αποθηκεύονται, οργανώνονται και διατίθενται αρχεία, δεδομένα ή προγράμματα.
Συνώνυμα
αποθήκη αρχείο αρχειοθήκη αποθεματικό δεξαμενή ντεπόζιτο σιλό ρεζερβουάρ θησαυροφυλάκιο βάση θυρίδα απόθεμα στοκ κατάστημα συλλογή θησαυρός θήκη κρυψώνα καταφύγιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αποθετήριο στο λιμάνι δέχθηκε τα κοντέινερ χθες.
- Το αποθετήριο στο GitHub περιέχει τον πηγαίο κώδικα του έργου.
- Η βιβλιοθήκη λειτουργεί ως αποθετήριο γνώσης για την τοπική κοινότητα.
- Ο υγρότοπος θεωρείται αποθετήριο βιοποικιλότητας στην περιοχή.
- Το νοσοκομείο δημιούργησε αποθετήριο βιολογικών δειγμάτων για μελλοντικές μελέτες.