απευθύνομαι
ρήμα1. Στρέφομαι προς κάποιον ή προς ένα ακροατήριο για να μιλήσω, να εκφράσω κάτι, να ζητήσω διευκρινίσεις ή να θέσω ερώτημα.
2. Απευθύνομαι σε κάποιον για να ζητήσω βοήθεια, πληροφορίες, συμβουλή ή υπηρεσία.
Συνώνυμα
μιλάω ομιλώ προσφωνώ απευθύνω αφορώ επικοινωνώ στρέφομαι προσφεύγω προσεγγίζω συνεννοούμαι επικαλέομαι ανατρέχω εκφωνώ μιλώ σκοπεύω ζητώ ζητάω εκλιπαρώ στέλνω αποστέλλω γράφω ψάχνω αναφέρομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα απευθύνομαι σε όλους τους πολίτες με αυτή την ανακοίνωση.
- Συχνά απευθύνομαι στον διευθυντή του σχολείου για διευκρινίσεις.
- Όταν έχω πρόβλημα υγείας, απευθύνομαι σε έναν ειδικό για συμβουλές.
- Μέσω αυτής της επιστολής απευθύνομαι προς τους κατοίκους της γειτονιάς.
- Με τη νέα μας προσφορά απευθύνομαι κυρίως σε νέους πελάτες.