αξιοπρέπεια
ουσιαστικόΗ ηθική και ψυχολογική κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο διατηρεί την προσωπική του αξία και αυτοεκτίμηση, συμπεριφέρεται με σεμνότητα και κατάλληλο κοινωνικό ήθος και διεκδικεί σεβαστή μεταχείριση στις σχέσεις και αλληλεπιδράσεις του.
Συνώνυμα
αυτοσεβασμός αυτοεκτίμηση ευπρέπεια σεμνότητα τιμή κύρος υπόληψη αιδώς κοσμιότητα σεβασμός υπερηφάνεια περηφάνια ευγένεια αξία ακεραιότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου δεν πρέπει να υποτιμάται.
- Ζήτησαν να αντιμετωπίζονται οι πρόσφυγες με αξιοπρέπεια και ασφάλεια.
- Οι διαδηλωτές υπερασπίστηκαν την αξιοπρέπεια της εργασίας και καλύτερους μισθούς.
- Ο ηλικιωμένος ήθελε να πεθάνει με αξιοπρέπεια.
- Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα στην αξιοπρέπεια ανεξάρτητα από το εισόδημα.