ανύπαρκτος

επίθετο

1. Που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ή στερείται ύπαρξης.

2. Που απουσιάζει από ένα συγκεκριμένο χώρο, χρόνο ή πλαίσιο και δεν εκδηλώνεται ή δεν γίνεται αντιληπτό.

3. Που έχει τόσο μικρή παρουσία ή επιρροή ώστε να μην παράγει ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πρόβλημα ήταν σχεδόν ανύπαρκτο.
  • Οι αποδείξεις για την κατηγορία ήταν εντελώς ανύπαρκτες.
  • Η διαφορά στην απόδοση είναι πρακτικά ανύπαρκτη.
  • Οι πόροι για το έργο ήταν ανύπαρκτοι, οπότε η χρηματοδότηση ακυρώθηκε.
  • Στο έγγραφο αυτό το δικαίωμα αναφέρεται αλλά στην πράξη είναι ανύπαρκτο.