αντιληπτός
επίθετο1. Που μπορεί να γίνει αισθητός ή διακριτός μέσω των αισθήσεων (όραση, ακοή, όσφρηση, αφή, γεύση) ή με όργανα μέτρησης.
2. Που μπορεί να γίνει κατανοητός ή αναγνωρίσιμος νοητικά, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο σκέψης ή συνειδητοποίησης.
Συνώνυμα
αισθητός εμφανής φανερός κατανοητός προφανής ξεκάθαρος ευδιάκριτος διακριτός σαφής απτός ορατός παρατηρήσιμος ανιχνεύσιμος πιαστός παρατηρούμενος προσιτός εύληπτος αποτυπώσιμος συνειδητός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρουσία του ήταν αντιληπτή ακόμη και από μακριά.
- Ο θόρυβος έγινε αμέσως αντιληπτός από τους γείτονες.
- Το μήνυμα ήταν σαφές και αντιληπτό σε όλους.
- Οι αλλαγές στην πολιτική ήταν αντιληπτές από το κοινό.
- Τα σήματα στο σκοτάδι ήταν δύσκολα αντιληπτά.