αντικείμενο

ουσιαστικό

1. Υλικό ή άψυχο στοιχείο με ορισμένη μορφή, όρια και ιδιότητες, που μπορεί να γίνει αντιληπτό, να μετακινηθεί ή να χρησιμοποιηθεί.

2. Θέμα ή πεδίο στο οποίο επικεντρώνεται μια δραστηριότητα, συζήτηση ή μελέτη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αντικείμενο έπεσε από το ράφι.
  • Το μάθημα έχει ως αντικείμενο τη σύγχρονη λογοτεχνία.
  • Στην πρόταση, το ρήμα απαιτεί αντικείμενο.
  • Η επιθυμία του έγινε το αντικείμενο της έντονης συζήτησης.
  • Στον προγραμματισμό, κάθε κλάση δημιουργεί ένα αντικείμενο με ιδιότητες και μεθόδους.