μπιχλιμπίδι
ουσιαστικό1. Μικρό διακοσμητικό αντικείμενο ή στολίδι, συνήθως χωρίς μεγάλη χρηστική αξία, που χρησιμοποιείται για διακόσμηση ή ως ενθύμιο.
Συνώνυμα
διακοσμητικό στολίδι στολιδάκι μπιχλίδι μπιχλιμπιδάκι κοσμηματάκι σουβενίρ μαραφέτι ενθύμιο πραμάτεια σαβούρα γκατζετάκι αγαλματίδιο κόσμημα παιχνιδάκι αντικείμενο γλυπτάκι πράγμα πράμα χειροτεχνία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπιχλιμπίδι που αγόρασε στο παζάρι ήταν όμορφο αλλά άχρηστο.
- Έβαλε ένα μικρό μπιχλιμπίδι στο ποδήλατο για να μετράει την ταχύτητα.
- Μην ασχολείσαι με τέτοιο μπιχλιμπίδι, συγκεντρώσου στην ουσία.
- Το παιδί έπαιζε με ένα πολύχρωμο μπιχλιμπίδι όλη την ημέρα.
- Στην προθήκη υπήρχαν παλιά μπιχλιμπίδια που είχε μαζέψει η γιαγιά.