ανταποδίδω
ρήμα1. Επιστρέφω σε κάποιον κάτι που μου δόθηκε ή μου έγινε, προσφέροντας χάρη, δώρο ή άλλη μορφή ανταπόδοσης.
2. Εκδηλώνω μέσω πράξεων ή λόγων τα ίδια ή ανάλογα συναισθήματα ή την ίδια συμπεριφορά που έλαβα από άλλον.
Συνώνυμα
ανταποκρίνομαι απαντώ επιστρέφω ξεπληρώνω αποδίδω εκδικώ ανταπαντώ εξοφλώ ανταλλάσσω αντεπιτίθεμαι ανταλλάζω τιμωρώ επανορθώνω αντιδρώ αντισταθμίζω αποζημιώνω ανταμείβω απαντάω αποκρίνομαι επιβραβεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σου ανταποδίδω την καλοσύνη που μου έδειξες.
- Πάντα ανταποδίδω την εμπιστοσύνη που μου δείχνουν οι φίλοι μου.
- Στην ομάδα, ανταποδίδω τα σχόλια των συναδέλφων με προτάσεις για βελτίωση.
- Δεν ανταποδίδω με το ίδιο τρόπο τα αισθήματά του.
- Κάθε φορά που με βοηθούν, ανταποδίδω με ένα μικρό δώρο.