ανταλλαγή
ουσιαστικό1. Διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότεροι φορείς δίνουν και λαμβάνουν αγαθά, υπηρεσίες, πληροφορίες ή άλλη αξία μεταξύ τους.
Συνώνυμα
συναλλαγή εναλλαγή εμπόριο αγοραπωλησία μπάρτερ συνδιαλλαγή διάλογος διακανονισμός αλληλογραφία αλλαγή αντιπαροχή αντικατάσταση μεταβίβαση μεταφορά συζήτηση επικοινωνία διαπραγμάτευση ανταπόδοση συνδιάλεξη αντάλλαγμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανταλλαγή αγαθών μεταξύ των δύο χωρών ενίσχυσε την οικονομία.
- Σε αυτό το συνέδριο έγινε έντονη ανταλλαγή απόψεων.
- Η ανταλλαγή μαθητών με σχολείο στο εξωτερικό άρχισε τον Σεπτέμβριο.
- Η ανταλλαγή μηνυμάτων στην εφαρμογή ήταν γρήγορη και ασφαλής.
- Στη σύγκρουση σημειώθηκε ανταλλαγή πυροβολισμών, χωρίς θύματα.