ανορθώνομαι
ρήμα1. Επανακτώ όρθια θέση ή ισιώνω το σώμα, σηκώνομαι από καθιστή ή σκυφτή στάση.
2. Ανακτώ σταδιακά δύναμη, υγεία ή ψυχική διάθεση μετά από ασθένεια, κόπωση ή κρίση.
Συνώνυμα
σηκώνομαι ορθώνομαι στέκομαι αναρρώνομαι ανακάμπτω επανέρχομαι βελτιώνομαι αποκαθίσταμαι ζωντανεύω ανασηκώνομαι ανασταίνομαι αναζωογονιέμαι ανυψώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν άκουσα τα καλά νέα, ανορθώνομαι αμέσως.
- Μετά τη χειρουργική επέμβαση, ανορθώνομαι σιγά-σιγά.
- Μετά από δύσκολα χρόνια, ανορθώνομαι οικονομικά.
- Παρά την απογοήτευση, ανορθώνομαι και ξαναβρίσκω κουράγιο.
- Μόλις δόθηκαν οι εξηγήσεις, ανορθώνομαι στην εκτίμηση των συναδέλφων.