ανοιχτόκαρδος
επίθετο1. Που έχει προθυμία να βοηθά, να στηρίζει και να προσφέρει χωρίς επιφύλαξη, δείχνοντας ζεστή και εγκάρδια συμπεριφορά προς τους άλλους.
Συνώνυμα
ανοιχτόψυχος γενναιόψυχος καλόψυχος καλόκαρδος γενναιόδωρος ανοιχτός ειλικρινής ευπρόσιτος προσιτός ανοιχτοχέρης συμπονετικός φιλάνθρωπος φιλόξενος ζεστός θερμός φιλικός συμπαθητικός διαχυτικός ευγενικός ανοιχτόμυαλος εξωστρεφής ευθύς
Αντώνυμα
σκληρόκαρδος κλειστόψυχος ψυχρός τσιγκούνης μίζερος κακόψυχος ψυχρόκαρδος μικρόψυχος μυστικοπαθής αδιάφορος κλειστός απρόσιτος σφιχτός σκληρός στενοχέρης επιφυλακτικός ανειλικρινής διπρόσωπος στενοκέφαλος ύπουλος μυστικός ψεύτης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανοιχτόκαρδος γείτονας πάντα βοηθά όποιον χρειάζεται.
- Η ανοιχτόκαρδη φίλη μου με άκουγε χωρίς να κρίνει.
- Οι ανοιχτόκαρδοι δάσκαλοι ενθαρρύνουν τους μαθητές να ρωτούν.
- Το ανοιχτόκαρδο χαμόγελό της φωτίζει το δωμάτιο.
- Ο παππούς μου ήταν ανοιχτόκαρδος και μοιραζόταν τις ιστορίες του με όλους.