ανεπίσημος
επίθετο1. Που δεν έχει τυπικό ή θεσμικά αναγνωρισμένο χαρακτήρα και δεν ακολουθεί επίσημες διαδικασίες.
2. Που εμφανίζεται με χαλαρό, μη τυπικό ύφος ή μορφή, χωρίς τελετουργικές ή γραφειοκρατικές διατυπώσεις.
Συνώνυμα
άτυπος χαλαρός ιδιωτικός προσωπικός πρόχειρος περιστασιακός παρασκηνιακός ερασιτεχνικός φιλικός ανάλαφρος εσωτερικός εμπιστευτικός κάζουαλ
Αντώνυμα
επίσημος σοβαρός αναγνωρισμένος εντεταλμένος καθιερωμένος παραδεδεγμένος τυπικός θεσμικός δημόσιος κρατικός διοικητικός δικαστικός γιορτινός τελετουργικός κυβερνητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανεπίσημη ανακοίνωση έγινε μέσω των κοινωνικών δικτύων.
- Προηγήθηκε μια ανεπίσημη συνάντηση των ηγετών.
- Το δείπνο ήταν ανεπίσημο, χωρίς αυστηρό πρωτόκολλο.
- Τον αποκαλούσαν τον ανεπίσημο ηγέτη της ομάδας.
- Οι ανεπίσημες συνομιλίες βοήθησαν να λυθούν μικρά ζητήματα.