αναπαριστώ
ρήμα1. Παρουσιάζω ένα πρόσωπο, αντικείμενο, γεγονός ή ιδέα με τρόπο που καθιστά τη μορφή, τα χαρακτηριστικά ή την κατάσταση κατανοητά και ορατά σε άλλους.
Συνώνυμα
απεικονίζω εικονίζω παριστάνω αναπαράγω αντιπροσωπεύω αποτυπώνω αποδίδω παρουσιάζω περιγράφω δείχνω εικονογραφώ συμβολίζω εκφράζω προβάλλω προσωποποιώ εμφανίζω αναβιώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο ζωγραφικό μου έργο αναπαριστώ το τοπίο όπως το βλέπω το πρωί.
- Μέσω του σκίτσου αναπαριστώ την έννοια της ελευθερίας με ένα περιστέρι.
- Στην ιστορική παράσταση αναπαριστώ έναν αγωνιστή του 1821.
- Με το διάγραμμα αναπαριστώ την κατανομή των αποτελεσμάτων.
- Στη συνάντηση αναπαριστώ τις απόψεις της ομάδας μου.