ανακουφισμένος

επίθετο

Που έχει απαλλαγεί από ένταση, πόνο, άγχος ή δυσφορία και νιώθει πιο ήρεμος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης ένιωσε ανακουφισμένος όταν έμαθε ότι η εξέταση πήγε καλά.
  • Ήμουν πολύ ανακουφισμένος μόλις τελείωσε η δύσκολη συνέντευξη.
  • Η μητέρα ήταν ανακουφισμένη που το παιδί της γύρισε σπίτι ασφαλές.
  • Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, όλοι έδειχναν ανακουφισμένοι.
  • Έμεινε ανακουφισμένος όταν ο γιατρός του είπε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό.