ανακουφισμένος
επίθετοΠου έχει απαλλαγεί από ένταση, πόνο, άγχος ή δυσφορία και νιώθει πιο ήρεμος.
Συνώνυμα
ανακουφισμένος αναπαυμένος ξαλαφρωμένος λυτρωμένος απαλλαγμένος χαλαρωμένος παρηγορημένος ευχαριστημένος αναζωογονημένος απεγκλωβισμένος ξεκούραστος
Αντώνυμα
απαρηγόρητος ενοχλημένος στενοχωρημένος αγχωμένος ταλαιπωρημένος βασανισμένος αναστατωμένος πληγωμένος απογοητευμένος εκνευρισμένος πάσχων πικραμένος αποκαρδιωμένος δυσαρεστημένος πιεσμένος φορτωμένος επιβαρυμένος λυπημένος δυστυχισμένος ντροπιασμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης ένιωσε ανακουφισμένος όταν έμαθε ότι η εξέταση πήγε καλά.
- Ήμουν πολύ ανακουφισμένος μόλις τελείωσε η δύσκολη συνέντευξη.
- Η μητέρα ήταν ανακουφισμένη που το παιδί της γύρισε σπίτι ασφαλές.
- Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, όλοι έδειχναν ανακουφισμένοι.
- Έμεινε ανακουφισμένος όταν ο γιατρός του είπε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό.