αναγγέλλω

ρήμα

1. Κάνω γνωστό σε κοινό ή σε συγκεκριμένα πρόσωπα ένα γεγονός, πληροφορία ή απόφαση, συνήθως με επίσημο, δημόσιο ή προφορικό τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Επίσημα αναγγέλλω την έναρξη των εργασιών του καινούργιου νοσοκομείου.
  • Ο διευθυντής του σχολείου αναγγέλλει αύριο τις αλλαγές στο πρόγραμμα.
  • Σας αναγγέλλω με λύπη τον θάνατο του αγαπημένου μας καθηγητή.
  • Οι υπεύθυνοι του προγράμματος αναγγέλλουν την επίσημη λίστα των επιτυχόντων.
  • Η ανακοίνωση αναγγέλλεται από τα μεγάφωνα κάθε πρωί.