αναβλητικός

επίθετο

1. Που τείνει να μεταθέτει στο μέλλον την εκτέλεση υποχρεώσεων, εργασιών ή αποφάσεων, συχνά επανειλημμένα και χωρίς άμεσο πρακτικό λόγο.

2. Που χαρακτηρίζεται από συνήθεια ή συμπεριφορά καθυστέρησης στην έναρξη ή ολοκλήρωση δραστηριοτήτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Νίκος είναι αναβλητικός και συχνά αφήνει εργασίες για την τελευταία στιγμή.
  • Η Μαρία γίνεται πιο αναβλητική όταν έχει πολλά καθήκοντα.
  • Η συνεδρία ήταν αναβλητική, καθώς οι συμμετέχοντες απέφευγαν τις αποφάσεις.
  • Τα σχόλια ήταν αναβλητικά και δεν βοήθησαν στην επίλυση του προβλήματος.
  • Οι αναβλητικοί μαθητές παρακολούθησαν το μάθημα χωρίς να έχουν προετοιμαστεί.