αμεροληψία

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία αντιμετωπίζονται πρόσωπα, γεγονότα ή ζητήματα χωρίς προκατάληψη ή προτίμηση, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και ίση μεταχείριση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αμεροληψία του δικαστή εξασφαλίζει μια δίκαιη δίκη.
  • Στην επιστημονική έρευνα, η αμεροληψία είναι απαραίτητη για έγκυρα αποτελέσματα.
  • Τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να διατηρούν αμεροληψία στην παρουσίαση των ειδήσεων.
  • Η έλλειψη αμεροληψίας στα δεδομένα μπορεί να προκαλέσει διακρίσεις από τον αλγόριθμο.
  • Η αμεροληψία ενός δημοσκόπου είναι κρίσιμη για την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων.