αδιαμφισβήτητος
επίθετο1. Που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση εξαιτίας σαφών, πειστικών ή τεκμηριωμένων στοιχείων.
2. Που γίνεται γενικά αποδεκτός ή αναγνωρίζεται ως βέβαιος και αξιόπιστος χωρίς σοβαρές ενστάσεις.
Συνώνυμα
αναμφισβήτητος αναντίρρητος αδιάψευστος αδιαφιλονίκητος αποδεδειγμένος αδιάσειστος ακλόνητος ατράνταχτος αταλάντευτος αλύγιστος απόλυτος καταφανής αξεπέραστος βέβαιος σίγουρος αδιαπραγμάτευτος τελεσίδικος
Αντώνυμα
αμφισβητήσιμος αμφισβητούμενος αμφίβολος αμφιλεγόμενος διαφιλονικούμενος αβέβαιος επισφαλής διφορούμενος αμφίσημος ύποπτος
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμβολή του στην επιτυχία της ομάδας είναι αδιαμφισβήτητη.
- Ο Μάρκος παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας.
- Οι αποδείξεις που παρουσιάστηκαν ήταν αδιαμφισβήτητες.
- Η νίκη της στην εκλογή ήταν αδιαμφισβήτητη.
- Η επιρροή του στη σύγχρονη μουσική είναι αδιαμφισβήτητη.