αγκαλιάζω

ρήμα

1. Πιάνοντας κάποιον με τα χέρια γύρω από το σώμα του, συγκρατώ και φέρνω κοντά μου με σκοπό να δείξω στοργή, παρηγοριά ή προστασία.

2. Κρατώντας σφιχτά ή τρυφερά ένα αντικείμενο ή ζώο με τα χέρια, ώστε να το συγκρατήσω ή να το προστατεύσω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ αγκαλιάζω το παιδί μου όταν γυρίζει από το σχολείο.
  • Όταν είναι λυπημένη, αγκαλιάζω τη φίλη μου για να την παρηγορήσω.
  • Στη δουλειά μου αγκαλιάζω νέες ιδέες και πρωτοβουλίες.
  • Με αυτό το πρόγραμμα αγκαλιάζω πολλούς τομείς της κοινωνίας.
  • Με τα χέρια μου αγκαλιάζω ένα παλιό βιβλίο που αγαπώ.